Το μπουλούκι στο γεφύρι – ένας απολογισμός

By Οκτώβριος 7, 2018Uncategorized
«Όσο όμως οι πέτρες κι αν είναι εύκολο να τις μετακινήσεις, δεν είναι εξίσου εύκολο να τροποποιήσεις τις σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί μεταξύ αυτών και των ανθρώπων. (…) Εξαφανίστε τώρα τα σπίτια, τους δρόμους, τα περάσματα, εξαφανίστε τα εν μέρει ή τροποποιήστε την κατεύθυνση, τον προσανατολισμό, τη μορφή ή την όψη τους, ή αλλάξτε απλώς τη θέση που έχουν το ένα σε σχέση με το άλλο. Οι πέτρες και τα υλικά δεν θα σας αντισταθούν. Θα αντισταθούν όμως οι ομάδες [των ανθρώπων] και μέσω αυτών θα σκοντάψετε στην αντίσταση –εάν όχι των ίδιων των λίθων– τουλάχιστον της παλιάς τους διαρρύθμισης.»
Maurice Halbwachs, Η συλλογική μνήμη

Στο διάστημα μεταξύ 20 και 31 Αυγούστου 2018, στην περιοχή της Πλάκας Τζουμέρκων, πραγματοποιήθηκε το δωδεκαήμερο εργαστήριο Πέτρινης Δόμησης «Το μπουλούκι στο Γεφύρι». Η ομάδα «Μπουλούκι», σε συνεργασία με το Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας (ΜΕ.Κ.Δ.Ε.) και το Δήμο Βορείων Τζουμέρκων, υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Ηπείρου, σχεδίασε και υλοποίησε το εργαστήριο αυτό, που ως αντικειμενικό του σκοπό είχε να φέρει σε επαφή νέους επαγγελματίες του δομημένου περιβάλλοντος (τεχνικούς, μηχανικούς, καλλιτέχνες) με μια συστηματική προσέγγιση της παραδοσιακής γνώσης της τέχνης της πέτρας. Συνάμα, από μια ευρύτερη σκοπιά, πρόθεση του εργαστηρίου είναι να συνεισφέρει στην εδραίωση της μελέτης των παραδοσιακών τεχνικών δόμησης ως ένα σύγχρονο γνωστικό πεδίο, προσανατολισμένο –πέρα από  τη διάσωση και την καταγραφή– στην αφομοίωση των παραδοσιακών τεχνικών στις σύγχρονες πρακτικές.

Παίρνοντας αφορμή από το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας, η παρουσία του οποίου καθόρισε τη φυσιογνωμία της περιοχής, το εργαστήριο εστίασε στα τρία δομικά μέρη μιας πέτρινης γέφυρας: το τόξο, ο τοίχος και το λιθόστρωτο καλντερίμι, εμπλέκουν τρεις διαφορετικές τεχνικές δόμησης, οι οποίες ασφαλώς δεν εξαντλούνται στη γεφυροποιία αλλά απαντώνται και συνδυάζονται σε ένα μεγάλο αριθμό παραδοσιακών κατασκευών και κτιριακών τύπων.

Οδηγοί στην προσπάθεια αυτή, δεν μπορούσαν παρά να είναι έμπειροι και καταξιωμένοι μάστορες από την ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων. O Χρήστος Τσέκας από τους Ραφταναίους, ο Παύλος Βήχας από τους Κτιστάδες, ο Κώστας Πλιακοπάνος από το Μονολίθι, ο Χάρης Μπουμπουγιάννης από το Μιχαλίτσι, ο Γιώργος Τριαντάφυλλος από το Γραικικό, οι Δημήτρης και Κώστας Φώτης από τα Κουκούλια, ο Νίκος Μάνθος από την Πλατανούσα και ο Δημήτρης Γεωργούλης από τους Χουλιαράδες, καθώς και ο Κώστας Ταρνανάς που μας επισκέφτηκε από τον Πεντάλοφο Κοζάνης, υπήρξαν οι συνεργάτες της ομάδας στη δράση αυτή. Περαιτέρω, στο χώρο του εργαστηρίου –και πιο συγκεκριμένα την ημέρα που αφιερώθηκε στο πελέκημα–  παρευρέθηκαν παλιοί μάστορες της περιοχής, που έχουν πλέον αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Ο Κώστας Σταυρούλας από τα Πράμαντα, ο Χαρίλαος Κόνιαρης από το Μιχαλίτσι, ο Γιώργος Μεράντζας από την Τσόπελα, ο Χρήστος Μπριασούλης από τους Κτιστάδες και άλλοι, βοήθησαν από τη μεριά τους στο πλησίασμα της τέχνης που γνώρισαν και υπηρέτησαν όλα αυτά τα χρόνια.

Η διδασκαλία και η εξάσκηση πάνω στις τρεις τεχνικές υπήρξε ο κορμός της δράσης, οι εργασίες της οποίας αναπτύχθηκαν κατά μήκος του παλιού μονοπατιού που οδηγεί στο ιστορικό γεφύρι. Πρακτικός μας στόχος ήταν η επισκευή του μονοπατιού, στις κατευθύνσεις που υποδεικνύει η αυθεντική κατασκευή (η πλέον αξιόπιστη μαρτυρία της γνώσης των μαστόρων), όπου αυτή διατηρείται. Από μια άλλη σκοπιά, με την επιλογή του μονοπατιού ως ραχοκοκαλιά του εργαστηρίου, επιχειρήσαμε να εμπλακούμε με τη ‘δομή’ του τόπου· μέσω αυτής και «επ’ αυτής» θελήσαμε να ορίσουμε ένα έργο, το οποίο θα δίνει το ρυθμό στις εργασίες μας, με βάση τις προδιαγραφές του οποίου θα κρίνουμε το αποτέλεσμα των προσπαθειών μας και το οποίο θα αποδώσουμε στον τόπο και τους ανθρώπους του.

Στην κατεύθυνση αυτή, η προετοιμασία και ο καθαρισμός της έκτασης του μονοπατιού που μας αφορούσε, επιδιώχθηκε να γίνει με τη συμμετοχή της τοπικής  κοινότητας, την οποία καλέσαμε σε μιντάτι. Πρόκειται για μια λέξη που αναφέρεται –ανάμεσα σε άλλες, στην Ήπειρο και την υπόλοιπη Ελλάδα– στις πρακτικές αλληλοβοήθειας μέσα από τις οποίες οι παραδοσιακές κοινότητες οργάνωναν την αλληλεγγύη τους, αποκρινόμενες συλλογικά στις επιμέρους ανάγκες των μελών τους. Αφού η περιοχή παρέμβασης καθαρίστηκε και προετοιμάστηκε, οργανώθηκε σε τρία τμήματα, σε κάθε ένα από τα οποία δόθηκε έμφαση σε μια διαφορετική τεχνική. Με τον τρόπο αυτό και καθώς οι συμμετέχοντες εργάζονταν υπό την καθοδήγηση των διδασκόντων μαστόρων για δύο ημέρες σε κάθε συνεργείο, επισκευάστηκαν κατεστραμμένα τμήματα υφιστάμενων τοίχων, αποκαταστάθηκε μέρος του παραδοσιακού λιθόστρωτου, ενώ μια νεότερη πρόχειρη κατασκευή που επέτρεπε τη διέλευση του νερού προς τα παρακείμενα χωράφια αντικαταστάθηκε με ένα μικρό τοξωτό γεφύρι.

Παράλληλα με τα πρακτικά μαθήματα, το πρόγραμμα του εργαστηρίου υποστηρίχθηκε από μια σειρά διαλέξεων θεωρητικού αλλά και τεχνικού περιεχομένου, από έγκριτους ακαδημαϊκούς και επαγγελματίες του πεδίου των αποκαταστάσεων και της πολιτιστικής διαχείρισης. Οι διαλέξεις φιλοξενήθηκαν στη Μονή Μουχουστίου, στο χώρο του πολιτιστικού συλλόγου και πλαισίωσαν την πρακτική εξάσκηση, τοποθετούμενες στο άνοιγμα και το κλείσιμο του δωδεκαημέρου.

Οι εισηγήσεις αυτές, που αναφέρονται εδώ συνοπτικά, είναι ενδεικτικές για τον πλούτο των ζητημάτων που αναδείχθηκαν, για το εύρος των γνωστικών πεδίων και τις διαφορετικές καταβολές των ανθρώπων που συναντήθηκαν και συνεργάστηκαν με την ευκαιρία αυτής της δράσης.

Ο Δ. Καλιαμπάκος, καθηγητής ΕΜΠ στη Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων–Μεταλλουργών και διευθυντής του ΜΕ.Κ.Δ.Ε., αναφέρθηκε στην έρευνα για την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών που διεξάγεται μέσα από τη λειτουργία του αντίστοιχου μεταπτυχιακού προγράμματος του ΕΜΠ, καθώς και στις κρίσιμες αποφάσεις που πάρθηκαν για το έργο της αναστήλωσης του γεφυριού της Πλάκας από την αρμόδια επιστημονική επιτροπή, μέλος της οποίας είναι και ο ίδιος. Ο Σ. Μαμαλούκος, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, έκανε μια εκτενή παρουσίαση για το ρόλο της λιθοδομής στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική, με παραδείγματα από το σύνολο σχεδόν του ελλαδικού χώρου. Επίσης υπήρξε ο κύριος ξεναγός του εργαστηρίου στην εξόρμηση που οργανώθηκε την ίδια ημέρα σε τοποθεσίες πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, όπως η γέφυρα της Πολιτσάς και οι οικισμοί των Πραμάντων, των Μελισσουργών και του Φορτοσίου. Ο Γ. Σμύρης, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αφιέρωσε μία ομιλία στη σημασία της γνώσης του τόπου και των τοπικών υλικών, ερμηνεύοντας παθογένειες που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό οικισμένο χώρο ως συνέπειες του φάσματος της άγνοιας και της αδιαφορίας, τόσο από την πλευρά των επαγγελματιών όσο και της πολιτείας. Σε επόμενη εισήγησή του, παρουσίασε από κατασκευαστική και οργανωτική σκοπιά την πρώτη φάση θεμελίωσης για την αποκατάσταση του γεφυριού της Πλάκας, έργο στο οποίο υπήρξε ο επικεφαλής μηχανικός. Ο D. Baxter, διευθυντής του Ινστιτούτου Αποκατάστασης Ιστορικών Κτιρίων (IHBC), ανέλυσε τη μηχανική της τοξοειδούς δομής και στη συνέχεια παρουσίασε τη δράση του Ινστιτούτου στην αποκατάσταση του κάστρου Bánffy στη Ρουμανία, έργο που χρησίμευσε ως πλατφόρμα για την εκπαίδευση και περεταίρω εξειδίκευση ενός πλήθους νέων ντόπιων τεχνιτών. Ο ίδιος εισηγητής, την επόμενη μέρα παρουσίασε δύο διαλέξεις αναφορικά με τις ιδιότητες του ασβέστη και των κονιαμάτων του και συντόνισε μια επίδειξη σβέσης και ανάμιξης διαφορετικών ασβεστοκονιαμάτων. Εκπρόσωποι της ομάδας Eco-Museum Zagori παρουσίασαν τη δράση του φορέα τους και πιο συγκεκριμένα αναφέρθηκαν στην αναγνώριση των ξερολιθικών τοπίων ως πολιτισμικά τοπία και την ανάδειξή τους σε πολιτιστικές διαδρομές. Τέλος, ο πρώτος κύκλος διαλέξεων έκλεισε με την ομιλία του Θ. Παπαγιάννη, γλύπτη και ομότιμου καθηγητή γλυπτικής της ΑΣΚΤ, με μια εκτενή αναφορά στο ρόλο που έπαιξε στο έργο του η βιωματική επαφή με τους τεχνίτες της πέτρας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον κόσμο των μαστόρων συνολικά, ως ένα σύμπαν παραστάσεων και αξιών από το οποίο η σύγχρονη πράξη μπορεί να αντλήσει έμπνευση και προσανατολισμό. Ο σημαντικός  αυτός δάσκαλος, υποδέχθηκε και ξενάγησε ο ίδιος τους συμμετέχοντες του εργαστηρίου που επισκέφθηκαν το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που φέρει το όνομά του, στο Ελληνικό Ιωαννίνων. Την ίδια αυτή ημέρα, επισκεφθήκαμε και την Ι. Μονή Τσούκας, ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Ηπείρου, κτισμένο στα 1190 μ.Χ.

Την Παρασκευή 31 Αυγούστου, και αφού οι εργασίες πεδίου είχαν ολοκληρωθεί, το εργαστήριο επέστρεψε στη Μονή Μουχουστίου. Η Ε. Μαμάνη, αρχιτέκτονας και υποδιευθύντρια του τμήματος Αλβανίας της διεθνούς οργάνωσης Cultural Heritage without Boarders, παρουσίασε τη δράση που ο εν λόγω φορέας έχει αναπτύξει τις τελευταίες δεκαετίες στην περιοχή των Βαλκανίων, εξηγώντας τους τρόπους με τους οποίους η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα βιώσιμης ανάπτυξης για τις τοπικές κοινότητες. Ο Β. Γκανιάτσας, καθηγητής Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων και Θεωρίας Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, αναφέρθηκε στη μαστορική τέχνη ως διακριτό ‘είδος Γνώσης’, αναπτύσσοντας διεξοδικά τις φιλοσοφικές-γνωσιολογικές προσεγγίσεις που υποστηρίζουν τη θέση αυτή. Ο Β. Νιτσιάκος, καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ερμήνευσε την ιστορική ανάδυση των Ηπειρωτών Μαστόρων μέσα από το μετασχηματισμό της ηπειρώτικης οικονομίας από τη γεωργο-κτηνοτροφική αυτάρκεια στην τεχνική εξειδίκευση. Τέλος, ο Μ. Κορρές, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας Αρχιτεκτονικής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, αναφέρθηκε στη συμβολή του ΕΜΠ στη μελέτη της αποκατάστασης του γεφυριού της Πλάκας και παρουσίασε μια εκτενή ιστορική αναδρομή σε γέφυρες και ζητήματα γεφυροποιίας από την αρχαιότητα έως την Αναγέννηση. Τις δύο αυτές εισηγήσεις, ολοκλήρωσε με μια μυθοπλαστική αφήγηση, συνοδευόμενη από πρωτότυπα σχέδια και ορισμένες σκέψεις πάνω στα ζητήματα της μνήμης και του τόπου.

Από την πλευρά μας, ως Περιοδεύον Εργαστήριο για τις Παραδοσιακές Τεχνικές Δόμησης, μπορούμε να πούμε ότι σημείο εκκίνησης για την προσπάθεια αυτή υπήρξε η κοινή μας πεποίθηση πως οι παραδοσιακές τεχνικές έχουν έναν σημαντικό ρόλο να παίξουν στην ερμηνεία και την αντιμετώπιση της πολύπλευρης κρίσης που χαρακτηρίζει το ελληνικό οικιστικό περιβάλλον, ήδη εδώ και αρκετές δεκαετίες. Αν και είναι μάλλον περιττό, αξίζει ωστόσο να σημειωθεί πως η έμφαση στις παραδοσιακές τεχνικές δεν σημαίνει την υιοθέτηση μιας εικονογραφικής προσέγγισης της παράδοσης, η οποία άλλωστε είναι η άλλη όψη της εγκατάλειψης των παραδοσιακών συνόλων. Πολύ συνοπτικά θα λέγαμε πως η εστίαση στις τεχνικές, σημαίνει την αναζήτηση μιας εναλλακτικής θεώρησης, μιας άλλης στάσης συνολικά απέναντι στο ‘πως’ αλλά και το ‘γιατί’ της παραγωγής του χώρου. Με δυο λόγια, η επανεκτίμηση της γνώσης του τεχνίτη και η διερεύνηση της επικαιρότητας των χειρωνακτικών πρακτικών σημαίνει την αμφισβήτηση του τρέχοντος πλέγματος ιδεών και αξιών, μέσα από το οποίο κτίζονται οι πόλεις μας και την αναπαραγωγή του οποίου εξυπηρετούν.

Καθώς το Εργαστήριο Πέτρινης Δόμησης ολοκληρώθηκε και οι περισσότεροι από εμάς, διοργανωτές και συνεργάτες, εισηγητές και συμμετέχοντες, επιστρέψαμε στα αστικά κέντρα, εκείνο που με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε είναι ότι οι ημέρες δίπλα στο γεφύρι μας γέμισαν αισιοδοξία. Αφού επιβεβαιώσαμε πως υπάρχει πράγματι ένα πλήθος ανθρώπων —όχι μόνο καταρτισμένων ή ικανών, αλλά και με όρεξη για δουλειά— με το οποίο μοιραζόμαστε ιδέες και προσδοκίες. Από  την άποψη αυτή, το μπουλούκι που σχηματίστηκε για δώδεκα ημέρες στο παλιό μονοπάτι είναι μια ένδειξη πως πράγματι υπάρχει ένα γνήσιο, σύγχρονο και προοδευτικό ενδιαφέρον για τους τόπους, τις τοπικές παραδόσεις και την παραδοσιακή γνώση. Με αυτούς τους ανθρώπους που γνωρίσαμε τον Αύγουστο και με άλλους που ευελπιστούμε να γνωρίσουμε στο μέλλον, θα συναντηθούμε ξανά, γύρω από τους φορείς της γνώσης αυτής, που δεν είναι άλλοι από τους μάστορες και τα έργα τους.

 

Ομάδα Μπουλούκι, Σεπτέμβριος 2018